2 Δεκ 2008

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ ΣΤΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑ


Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου

του Γιάννη Ξανθούλη
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Των ασεβών μου φόβων

τη Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008, στις 8:15 το βράδυ
στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, πρώην Πεσόντων Μαχητών, Λιβαδειά).
Ο Γιάννης Ξανθούλης θα μιλήσει για το νέο του βιβλίο,
και θα διαβάσει αποσπάσματα

Ο Γιάννης Ξανθούλης είπε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Lifo στις 27-11-08

Επιστρέφετε συστηματικά στην Πόλη. Και δεν εννοώ μόνο με τη φυσική σας παρουσία. Αναφέρομαι στο συγγραφικό σας «πηγαινέλα» στην Κωνσταντινούπολη, που αυτή τη φορά είναι σαφώς περισσότερο «αφιερωμένο» και εμφατικό. Πιστεύετε ότι πρόκειται για μια συγγραφική διαδρομή που θα συνεχιστεί, φαντάζεστε μελλοντικές διαδρομές; Ή μήπως με το βιβλίο σας Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων εξαντλείται αυτή η περιπλάνησή σας;

Μου αρέσει να επιστρέφω σε μέρη που αγαπώ. Κάτι τέτοιο παλιά, στη δεκαετία του ’80, συνέβαινε με τη Νέα Υόρκη. Προφανώς ήμουν παρασυρμένος από τη θεατρική και κινηματογραφική αποτύπωση αυτής της πολιτείας που ελάχιστη σχέση είχε με την Αμερική. Έφτανα στη Νέα Υόρκη και νόμιζα ότι με περίμενε για καφέ το φάντασμα της Ντόροθι Πάρκερ ή κάποια επιφανής θεία του Γούντι Άλεν… Ήταν πολλά πράγματα που φαντασιωνόμουν. Στην Κωνσταντινούπολη δεν ονειρεύομαι. Η Πόλη ονειρεύεται για μένα. Νιώθω πως είμαι μέρος μιας χλιδάτης ακαταστασίας που κρύβει δικά μου πράγματα. Μάλλον τούτη η εμμονή θα έχει διάρκεια…

Είναι γεγονός η κατάποση της ψηφίδας ή εύρημα λογοτεχνικό; Ισοδυναμεί με την κατάποση ιστορικών αφηγήσεων και ερεθισμάτων, συναισθηματικών φορτίσεων;

Η ψηφίδα υπήρξε· ήταν ένα κομψό ψηφιδωτό που, άγνωστο πώς, ανήκε στα τιμαλφή της οικογένειας. Την έβαζα στη γλώσσα για να γευτώ την ιστορία της και μάλλον την κατάπια. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, η κυρία Μαρίνα Καραγάτση, που διάβασε το βιβλίο Των ασεβών μου φόβων, μου χάρισε μια άλλη ψηφίδα, που ο πατέρας της είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη, με το γλυκύτατο σημείωμα «Καλοφάγωτη…».

Τι αντιπροσωπεύει σήμερα για εσάς αυτή η ψηφίδα;

Κατ’ αρχάς δεν καταπίνω πια ψηφίδες. Αν σημαίνει κάτι, αυτό είναι η ανάμνηση του παραμυθιού που κατασκεύαζα για ν’ αντέξω τη ζωή μου εκείνα τα χρόνια.

«Το 1972 ήμουν πολύ νέος και η Πόλη πολύ παλιά για να ενώσουμε τις χημείες των απογνώσεών μας» γράφετε. Σήμερα ποιες είναι οι κοινές χημείες σας με την πόλη ή αυτές που εντέλει κατόρθωσαν να συναντηθούν;

Σήμερα μιλώ συμπαθητικά τα τουρκικά, είμαι υποψιασμένος για τα μεγέθη των απωλειών και των κάθε είδους αλώσεων…

Τι σας ώθησε να μάθετε τουρκικά; Η περιπλάνησή σας στη γλώσσα πόσο πιο αποκαλυπτική είναι από την περιπλάνηση στην ίδια την πόλη;

Η γλώσσα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι συγκινητικά αποκαλυπτική. Μου έμαθε τον ήχο του φόβου και της οποιασδήποτε συναλλαγής είχαν οι πρόγονοί μου ως υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μου έμαθε να ερμηνεύω όμως και τους τωρινούς ήχους της Πόλης. Και μπορώ να πω ότι είναι απείρως περισσότεροι από εκείνους που μπορεί να αντιληφθεί ο κοινός, έστω ενημερωμένος, τουρίστας.

Ο χρόνος διαστέλλεται, η νανουριστική επίδραση του Βοσπόρου, η υγρασία της ιστορίας… Νιώθετε πως η Κωνσταντινούπολη έχει και μια δράση ψυχεδελική (ένα γεωγραφικό LSD) που καταργεί τα γνωστά όρια και ορισμούς του ρεαλισμού;

Εδώ επεμβαίνει ο μυθιστοριογράφος και ο συντονιστής. Δηλαδή ο εαυτός μου που αναλαμβάνει να παραμυθιάσει τον πρόθυμο για παραμύθιασμα άλλον εαυτό μου. Πάντως ακόμα ισχύει η προθυμία για παντός είδους αποπλάνηση, ίσως γιατί η σχέση μου με την Πόλη έχει ισχυρά κίνητρα πέρα απ’ τα γραφικά κλισέ.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο ξάφνιασμα που έχετε αισθανθεί στην Κωνσταντινούπολη – ίσως όχι τόσο σε σχέση με την πόλη αλλά με τον ίδιο τον εαυτό σας;

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, με ξαφνιάζει η αγωνία μήπως μου είναι γραφτό να γίνω μάρτυρας ενός μεγαλειώδους σεισμού. Όλη αυτή η οξύμωρη ευσέβεια που πλανάται λατρεύει να εξυμνεί τον κίνδυνο… Συχνά είμαι έρμαιο ενός εφηβικού ενθουσιασμού. Κάτι τέτοιο ένιωθα στις αρχές του ’60, όταν πατούσα το πόδι μου στην Αθήνα. Για άλλους λόγους βέβαια.

Γιατί επιλέξατε μια φωτογραφία από χαμάμ για το εξώφυλλο;

Πρόκειται για μια πτυχή του ανδρικού –και όχι μόνο– πολιτισμού που παίρνει κατά το δοκούν μυθικές διαστάσεις. Όσο για τη φωτογραφία του Νίκου Πηλού, τη διάλεξα για το βλέμμα του κυρίου που μάλλον δεν συμφωνεί με τις προθέσεις του φακού. Είναι ένα βλέμμα αναγνωρίσιμο στην Πόλη.

«Μυρωδιές φρεσκοψημένου ψωμιού σκεπάζουν τα δεινά της νύχτας». Ποιες άλλες μυρωδιές ή διεγερτικά των αισθήσεων σκεπάζουν τα δεινά, τις σκιές της Πόλης;

Το κάρβουνο. Μόλις περάσω τα σύνορα της Τουρκίας, γιατί συνήθως πηγαίνω οδικώς, μυρίζω κάρβουνο.

Υπάρχουν διαδρομές στην Κωνσταντινούπολη ιδανικές για κάθε ψυχολογική διάθεση; Για τη θλίψη, την απόγνωση, τη γαλήνη, την αναστάτωση;

Ευτυχώς ναι, υπάρχουν ακόμη. Σε είκοσι ή και λιγότερα χρόνια από τώρα μπορεί να έχει καταστραφεί αυτή η προσφορά. Υπάρχουν θαλάσσιες διαφορετικές αύρες για ίαση. Άλλη ο Βόσπορος, άλλη ο «Χαλίτς» ο Κεράτιος, άλλη ο Μαρμαράς…

Ποιο είναι το σημείο βρασμού σε αυτή την «άγρια, υπνωτισμένη πολιτεία»;

Ότι τρελαίνονται να ακυρώνουν με την πρώτη ευκαιρία το απειλητικό πρόσωπο του Θεού.

Γιατί γράψατε τώρα το Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων;

Για να δοκιμάσω τα όρια της νοσταλγίας μου.

Σας ευχαριστώ
Γιάννης Ξανθούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: